TBESG:τρῆμαholeG:N-N τρῆμα, -τος, τό, a perforation, hole: ῥαφίδος, Mat.19:24, WH, txt. βελόνης, Luk.18:25 (Aristoph., Plat., al.).† SYN.: τρυμαλιά, τρύπημα (AS)